Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Συντρίμμια.

Είχα μια συνειδητοποίηση. Πολύ προσωπική αλλά τόσο έντονη που μου είναι αδύνατο να τη κρατήσω μέσα μου, όπως θα όφειλα.  Ο κόσμος μου καταρέει μέρα με τη μέρα. Ο δικός μου προσωπικός κόσμος. Για τον εκεί έξω χέστηκα. Να πάει να γαμηθεί. Και άμα ποτέ του ζητήσω έτσι αόριστα και γενικά βοήθεια, ας μου πει και αυτός να πάω να γαμηθώ και γω, δέχομαι. Δεν μπορώ να τον βοηθήσω να γίνει καλύτερος. Έτσι γενικά και αόριστα πάντα. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να βοηθήσω το άτομο που θα βρεθεί σ’ανάγκη δίπλα μου, ή τα άτομα, αυτά τα λίγα που θα τύχει να συναναστραφώ στη ζωή μου. Τόσο απλά, ταπεινά και μέτρια. Μέχρι νεοτέρας απόφασης. Για μεγαλύτερης κλίμακας σωτηρίας θα επαναπαφθώ στους ιδεαλιστές και στους υπερήρωες. Και αυτοί, και γω σε ειρήνη με τις εκατέρωθεν επιλογές μας.

Ο κόσμος μου καταρρέει μέρα με τη μέρα, και εκεί που λέω ότι όλα τέλειωσαν, πέφτει ένα καινούργιο τούβλο από ψηλά και συνθλίβει ότι ξέφτια επιβίωσαν από το προηγούμενο. Και ρωτάω γιατί. Τί έκανα λάθος?  Όλα, είναι η απάντηση. Τόσο τραγικά όλα. Κάθε θεμέλιο που έβαλα το’χτισα πάνω σε άμμο νομίζοντας ότι είναι αδαμάντιο. Και να που τώρα μέσα απ’όλα τα συντρίμμια προβάλει μια αλήθεια τόσο λαμπερή που, με κάνει να ξεχνάω τα ερήπεια που σβήνουν από κάτω της. Μάθε ντε να ξεχωρίζεις πρώτα την άμμο από το αδαμάντιο! Και ύστερα χτίσε!

Πόσο τυφλή ήμουν. Ποσες φορές αναρωτήθηκα  γιατί ό,τι πήγαινα να χτίσω γκρεμιζόταν, πόσες φορές καταράστηκα σύμπαντα και θεούς για ότι στραβό και ανάποδο μου συνέβαινε και αυτοί μου απαντούσαν με περισσότερα στραβά και ανάποδα και γω με περισσότερες κατάρες, γιατί δεν μπορούσα να δω.  «Το πουλί βγαίνει από το αυγό παλεύοντας, μόνο όταν καταστρέψεις το κόσμο μέσα στον οποίο γεννήθηκες και τον ξαναχτίσεις από την αρχή μπορείς να νοήσαι ελεύθερος» έλεγε ο Ντέμιαν στο ομώνυμο βιβλίο του Έσσε, και για να πω την αλήθεια είναι και το μόνο που μου έχει μείνει από δαύτο.  Εγώ ήμουν ένα πουλάκι που όσο ήθελα να είμαι ελεύθερη άλλο τόσο τη φοβόμουν αυτή την ελευθερία. Το βάρος μιας επιλογής είναι τεράστιο. Και όσο και αν θες να τη κάνεις αυτή την επιλογή τόσο τα γόνατά σου λιγίζουν κάτω από το βάρος όλων των πιθανών συνεπειών της.

Τις συνέπειες τις τρέμω. Ίσως αν βρισκόμουν ποτέ μπροστά σε έναν Ντεμέντορα η εικόνα του να τρεμόπαιζε σα χαλασμένη τηλεόραση σε δυο κανάλια, στο κοριτσάκι από το Ρινγκ, και στις μορφοποιημένες συνέπειες όλων των επιλογών που ανοίγονται μπροστά μου. Και έτσι.. το σαίνι το υποφαινόμενο κατέληξε στο εξής τερατουρηματικό συμπέρασμα. Υποσυνείδητα βεβαίως, μιας και ο προαναφερθής εγκέφαλος σαίνης ήξερε πως το συνειδητό μου δεν είναι για τέτοιες φρίκες.  Βρες άτομα με θέληση συμβατή με τη δική σου να πάρουν εκείνα τις δικές σου αποφάσεις. Εσύ θα κάνεις αυτό που θες, αλλά αν υπάρξουν συνέπειες θα τις υποστεί άλλος.  Υπάρχει λόγος που το υποσυνειδητο είναι «υπό» και το ασυνείδητο «α».  Και ο λόγος είναι τέτοια εκτρώματα.  Ονειρεύτηκα να γίνω μαριονέτα για να είμαι ελεύθερη.  Απορώ πώς οι Νόμοι του Νεύτωνα συνέχισαν να ισχύουν γύρω μου και δεν έφευγε κάνα μήλο από το έδαφος να μου δώσει μια στο κεφάλι να συνέλθω. Αλλά τί λέω. Κατέρρευσε το σύμπαν μου όπως προείπα- αρκετές πλέον και μάλλον βερμπαλιστικά- φορές.

Το πρόβλημα με μια τέτοια οξύμωρη ορμητήρια στάση είναι ότι σου διαστρεβλώνει τη πραγματικότητα σε απίστευτο βαθμό.  Χτίζεις εξαμβλώματα, γιατί σε άμμο μόνο τέτοια μπορείς να χτίσεις, και σου φαίνονται παλάτια. Και όταν γκρεμίζονται κλαις και οδύρεσαι και πάμε πάλι από την αρχή. Και κάθε εξάμβλωμα χειρότερο από το προηγούμενο. Και κάθε στενοχώρια μεγαλύτερη. Και σαν τραγικό επιστέγασμα, όταν κάποιος σου δείξει ένα παλάτι, εσύ βλέπεις μια παράγκα. Δίκαια μετά θεοί και σύμπαντα σου στέλνουν σκατό με το κοντέινερ. Γιατί έχεις χάσει τη μπάλα. Εντελώς.   Γιατί ίσως τελικά οι θεοί και τα σύμπαντα δεν έχουν τόσο κακές προθέσεις.

Και έτσι μια μέρα εισπράτεις σαδισμό από εκεί που περίμενες καλοσύνη, και αναρωτιέσαι γιατί ακόμα περιμένεις το οτιδήποτε.  Μια μέρα βλέπεις ένα αγόρι να γίνεται καραγκιόζης γιατί θέλει να βλέπει τη κοπέλα του να γελάει, και συνειδητοποιείς ότι αυτό είναι κάτι φυσιολογικό και διόλου σπάνιο.   Βλέπεις ένα πιανίστα να χρειάζεται ολόκληρα λεπτά να επιστρέψει στο κόσμο μετά από το ταξίδι μιας ερμηνείας του, και αναρωτιέσαι πώς και πότε τα μπαστουνάκια από τα όγδοά σου γίνανε κελιά και σε φυλακίσανε. Βλέπεις ότι ότι μπορούσες να επιθυμίσεις σε έναν άνθρωπο το’χες μπροστά σου και φρίτεις που αυτό που σε χάλασε ήταν ότι ποτέ δεν σου πούλησε παραμύθια, τα ίδια παραμύθια που πάντα έλεγες ότι σιχαινόσουν. Βλέπεις ότι όλος σου ο κόσμος δεν ήταν παρα ένας καθρέφτης σου. Ένας καθρέφτης που καθρέφτιζε ότι απεχθανόσουν.. γιατί άραγε?..

Ότι έχτισα ήταν πάνω σε φόβο, εξουσία, χολή, απογοήτευση. Και όλ’αυτα οδηγούν σε μια σκοτεινή πλευρά διόλου περίβλεπτη και ζηλευτή μιας και στερείται φωτόσπαθου, τηλεκίνησης, βαθειάς φωνής και κουλ σιθίστικης νταρκίλας. Αλλά τελικά, μια φορά εγώ από το αυγό μου βγήκα. Και δεν θα κάτσω να στενοχωρηθώ για τσόφλια. ¨-)

Βράδυ Τετάρτης, η ώρα της αμπελοφιλοσοφίας. Πονεμένη γαρ από μοχθηρό πονόδοντο , λαμβάνουσα αντιβίωση η οποία μου στέρησε ως και την απόλαυση να γιορτάσω το θρίαμβό μου επί του Άγριου Κθούλου της Μούχλας στη μάχη της Banierra πίνοντας κρασί με σπράιτ από το κρανίο του τέρατος, κάθομαι και στροφάρω σε μεθυσμένο mode λόγω της ώρας, αλλά καθ’όλα ικανή για χρήση λεξιλογίου ανώτερου των 100 λέξεων και κανόνων συντακτικού λόγω του περιεχομένου του ποτηριού μου (γκαζόζα). Απόδειξη η ολόσωστη τεράστια πρόταση που μόλις έγραψα.

 

Οι τελευταίες μέρες ήταν ένας μαραθώνιος προβών μουσικής δωματίου. Προβών πάνω σε κομμάτια τα οποία παρόλο πανέμορφα, ήταν εντελώς άκαιρα για μένα. Σα να μιλάς για περίοδο σε ένα οχτάχρονο κορτιτσάκι ένα πράμα. Και ενώ στην αρχή τσινούσα πολύ, έπειτα έστρωσα πρόγραμμα, και κατα κάποιο τρόπο άρχισαν να μου αρέσουν αυτές οι πρόβες, και να μου αρέσει η μελέτη πάνω στα κομμάτια. Σε κομμάτια μουσικής δωματίου. Σε μια περίοδο της ζωής μου που θέλω όσο τίποτα να παίξω ΣΟΛΟ. Με δυο λόγια έπαθα μουσικό σύνδρομο της Στοκχόλμης. Και ηρέμησα. Και φυσικά, αφού συνειδητοποίησα τί έπαθα, έσπευσα να γενικέυσω.

 

Τελικά έρχεται μια στιγμή που παραδίνεσαι. Ξεχνάς το θέλω σου, και αφήνεσαι με κενή σκέψη στα πρέπει σου που τρέχουν μέρα τη μέρα. Ξεχνάς τα όνειρά σου και υποτάσσεσαι στον προσεκτικό υπολογισμό του μέλλοντός σου, τραβάς γραμμές εκεί που πριν υπήρχαν ξέφρενες καμπύλες και στρόβιλοι. Να τελειώσω τη σχολή γρήγορα, να φύγω από δω για τον επόμενο σταθμό, ο οποίος και αυτός προσορινός θα είναι, διότι είναι προδιαγεγραμμένο ότι από δω και στο εξής θα κυνηγάω την επιβίωσή μου από τόπο σε τόπο. Και δεν θα έχω φίλους, μόνο γνωστούς. Δεν θα έχω έναν άνθρωπο δικό μου, μόνο σχέσεις ταχείας κατανάλωσης. Και τα υπάρχοντά μου θα πρέπει να χωράνε πάντα σε τρείς το πολύ βαλίτσες. Αλλά φυσικά και η ζωή είναι γλυκιά και όμορφη και ποτέ δεν ξέρεις πως τα φέρνει η τύχη και ο καιρός και σίγουρα τα πράματα δεν θα είναι τόσο στεγνά και αποστειρωμένα, αντιτάσσουν βεβαίως άπαντες δίνοντας φωνή σε μερικά ξέφτια από τα φαντάσματα που άφησαν πίσω τους οι στρόβιλοι. Και οι αυστηρές γραμμες σου γελάνε μετά κοροιδευτικά κατάμουτρα.

 

Εμπεριέχει μια γαλήνη αυτή η παράδοση. Αν δεν κάτσεις να τη πολυσκεφτείς βεβαίως. Το “εγώ δεν θέλω να πάω έξω, θέλω να κάτσω εδώ και να παίζω κλασσική μουσική σε μπαρ!”, απαιτει δύναμη να αντιμετωπίζεις συνεχώς μια καθημερινότητα που στο άκουσμα της παραπάνω δήλωσης, θα σε κοιτάξει πρώτα βλοσσυρά, έπειτα θα σου πετάξει ένα “μη λες μαλακίες!”, και στη συνέχεια θα σε σκεπάσει με ένα βουνό επιχειρημάτων σχετικά με το γιατί οι προαναφερθείσες μαλακίες είναι όντως μαλακίες. Και πόσες φορές θα μπορέσεις να μη λυγίσεις και να της πετάς “εμένα δε με νοιάζει”, μέχρι εν τέλει να ξεστομίσεις αυτό το “εντάξει, δεν θα παίζω μουσική σε μπαρ. Θα κάνω συναυλίες μουσικής δωματίου σε γυαλιστερές αίθουσες, θα πάρω μέρος σε κάθε σύνολο που μπορώ μέχρι να τελειώσω τη σχολή παίζοντας μουσική που δεν με ενδιαφέρει μόνο και μόνο για να τα έχω καλά με τους καθηγητές μου, θα γαμηθώ στις εξεταστικές για να τελειώσω μια ώρα αρχύτερα, θα με προτείνουν στο τάδε πανεπιστήμιο όπου και θα πάω συστημένη από εδώ καθηγητή, και εν τέλει θα γίνω μια κλασσική πιανίστρια που θα παίζει εφόρου ζωής σε γυαλιστερές αίθουσες προγράμματα με πολύ ρομαντισμό, δεν θα καπνίζει, δεν θα πίνει, δεν θα ξενυχτάει και θα μελετάει πιάνο 13 ώρες τη μέρα”

 

Φυσικά και δεν υπάρχει κάποιος που εν μία νυκτί να αλλάξει άρδην τα όνειρά του. Η παράδοση αρχίζει πάντα με την αναβολή. Οκ, υπάρχει χρόνος. Ας τελειώσω τη σχολή, ας κάνω τις γαμωσυναυλίες μου και μετά κάθομαι να στρώσω το κόνσεπτάκι του μπαρ κονσερτ. Αμ δε… Δε γίνεται πάντα έτσι.

 

Η γαλήνη της παράδοσης είναι απαραίτητη καμιά φόρά για να μαζέψεις δυνάμεις .ωστε να συνεχίσεις να έχεις όνειρα( η ελαφριά αναγούλα που ανέβηκε στο λαρύγγι μου κατά το γράψιμο της προηγούμενης πρότασης μου δείχνει πως μάλλον είμαι στο σωστό δρόμο). Όμως υπάρχει και η περίπτωση να μετεξεληχθεί σε μόνιμη κατάσταση. Και τότε… Τότε μάλλον όλοι αποφασίζουν να κάνουν οικογένεια. Αφού δεν έχουν πια καμιά ελπίδα για τον εαυτό τους, δημιουργούν ότι πλησιέστερο σε αυτό ώστε να εναποθέσουν τις ελπίδες τους πάνω του. Να έχουν ελπίδες μέσα από αυτόν. Διότι κανείς δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να ελπίζει σε κάτι.

 

Εξαίρεση στον κανόνα της οικογένειας είναι η άφεση μετά προκλήσεως. Οκ, γάμησες τα όνειρά σου, για να ακολουθήσεις τον ασφαλή δρόμο παύλα τη πεπατημένη παύλα γιατι άλλαξαν οι προτεραιότητές σου παύλα γιατί έτσι σου είπαν. Λαμπρά! Αν το καινούργιο μονοπάτι ομοιάζει πεθαμένο καρδιογράφημα θα κάνεις οικογένεια. Αν όμως υπάρχει πρόκληση, ανταγωνισμός, αν πάντα υπάρχει ένα σημείο το οποίο πρέπει να ξεπεράσεις, τότε με κάποιο αρρωστημένο τρόπο συνεχίζεις να ελπίζεις. (Παρένθεση, θέλω μια τεράστια τανάλια να πιάσω το φρονημίτη μου και να τον ξεριζώσω με μια άργια κραυγή που θα κάνει τον επιθανάτιο ρόγχο του Κθούλου να μοιάζει με γαργάρα!!! Κλείνει η παρένθεση)

 

Σημείωση της υποφαινόμενης. Οι τελευταίες δυο παράγραφοι με βάλανε σε πολλές σκέψεις οι οποιές μες το συνειρμικό τους χάος απεδείχθησαν πολλά λεβελ ανώτερες από το Κθουλού της Μούχλας, και ειλικρινά δεν νομίζω πως μπορώ να τις διαχειριστώ τούτη τη δύσκολη, πονεμένη ώρα. Αν ποτέ τα καταφέρω και καταλήξω σε κάνα χρήσιμο συμπέρασμα που να μην έχουν ήδη καταλήξει άλλοι σαρανταπέντε ερευνητές ψυχαναλυτές εδώ και βδομήντα χρόνια θα σας ενημερώσω.Τέλος σημείωσης.

 

Το θέμα είναι, ότι εδώ και δυο μήνες ονειρεύομαι το προτζεκτάκι μου. Και ξαφνικά βρίσκομαι μέχρι το τέλος του εξαμήνου πνιγμένη σε υποχρεώσεις οι οποίες εμφανίστηκαν από το πουθενά, ένα σμήνος από “πρέπει” που δεν θα μου αφήσει καθόλου χρόνο για το “θέλω” μου. Και φοβάμαι μην αρχίσει και μου αρέσει όλο αυτό το σμάρι από υποχρεώσεις. Τελικά τα όνειρα είναι σοβαρή υπόθεση. Θέλουν τεράστια αφοσίωση. Θέλουν τόσο μεγάλη αφοσίωση ούτως ώστε μετά από κάθε αναμέτρηση με την εκάστοτε απαισιοδοξία του λόγου να μπορείς να βρεις τη δύναμη να τη κάνεις κομματάκια και να τη ταίσεις στο πλησιέστερο Κθούλου, αφήνοντας χώρο στην αισιοδοξία της βούλησης να σε πάει κατα πού θες. Challenge Accepted.

Βαρέθηκα τη βροχή και την υγρασία

θέλω λίγο ήλιο και ένα φλεγόμενο ηλιοβασίλεμα

με δροσιά μόνο μια τεκίλα με μπουρμπουλήθρες-τεκίλα μαγική!

 

Βαρέθηκα τα ξινά τους κρασιά

και τα μουχιλιασμένα υπόγεια

με τα κολλώδη χαμόγελα σα μπαγιάτικο σιρόπι

ξινό κι’αυτό, μισοπεθαμένο, σκοροφαγωμένο- ναι, γίνεται κι’αυτο!

 

Και ποιός είσαι συ που γράφεις λέξεις εκεί μέσα

από καμένη καραμέλα, σκληρή, κρουσταλιασμένη

Θα σου φανερωθώ λες εσύ

και γω για να γράψω το ξόρκι από κάτω ανεστραμένα

πρέπει να πατήσω ξανά κεί μέσα, τρελός είσαι -πήδηξες από το μέλλον στο παρόν για να γράψεις τούτες τις λέξεις?

 

Βρέθηκα τα πιάνα χωρίς ψυχή

και τους ανθρώπους που παλέυουν μια ζωή να χάσουν τη δική τους-χα!

Θέλω να παίξω πίνακες, να περπατήσω σε κήπους κάτω από τη βροχή

να κολυμπήσω σε βυθισμένους καθεδρικούς

να τριγυρίσω βράδυ στη Γρανάδα

 

Και μετά να πάω να πιω γλυκό κρασί -για μια φορά!

Στο μπαράκι που σερβίρει τεκίλα με μπουρμπουλήθρες

που οι γυναίκες χαιρετάνε με αγκαλία

και λένε αντίο με φιλία

και οι αντρες πίνουν γλυκό κρασί με το θάνατο

και κερνάνε το φόβο τεκίλα με μπουρμπουλήθρες

 

Αυτά θέλω, να μη τα βλέπω μόνο μέσα στο κεφάλι μου

αλλά μπροστά στα μάτια μου ζωντανά και να τα βλέπουν και οι άλλοι!

Και κάπου δω το όνειρο τελειώνει

πνιγμένο μέσα σε ξινό λευκό κρασί με σπράιτ

αυτό που θα’ρθει και που πήδηξε από το μέλλον στο παρόν

για να γράψω ξεμέθυστη αυτά που θα έγραφα μεθυσμένη

γιατί όταν μεθάω δεν μπορώ να γράψω

απλά ονειρεύομαι

Χωρίς γαμημένο τίτλο

Το χερούλι του καφέ έγινε σωσίβιο, το’να  χέρι πάγωσε εκεί, όσην ώρα τ’αλλο πάγωνε μισό τσιγάρο. Ο χρόνος ανάμεσα στις τζούρες δευτερόλεπτα κι ας ήτανε αιώνες. Στο τέλος παγώσανε όλα, καφές, τσιγάρο, βλέμμα και χρόνος. Και τα γράμματα, λέξεις, προτάσεις χάσανε το νόημα τους και γίναν σαν ομίχλη όλα ένα, απλά να ουρλιάζουν σιωπηρά σαν οθόνη με χιόνια. Και τα μέσα μου να βράζουνε.

Ποιό καλούπι τολμάει να με περιτριγυρνάει? Ποια μυαρή ψευδαίσθηση μου απλώνει τα σαπισμένα της μπράτσα στολισμένα με πλαστικά λουλούδια? Και γω γιατί δεν βρυχάμαι όπως μπορώ, γιατί βγάζω ψυθύρους εκεί που πριν έβγαζα κομμάτια γυαλί και σκουριασμένα σίδερα και νύχια από στοιχειά? Γιατί δεν δίνω μια να σπάσω τον καθρέφτη με τα ψέμματα, να διαλυθούν τα προσωπεία και να γίνουν επιτέλους πρόσωπα.

Ξέχασα τις Πανδώρες, γιατί ήλπιζα πως αν τους γύρναγα τη πλάτη εκείνες θα χανόντουσαν. Όμως απλά τις βόλεψα. Και αυτές πλήθυναν όπως πληθαίνουν τα ζιζάνια όταν τ’αφήνεις στην ησυχία τους. Έστησαν χορό και με χλευάζουν και γω δεν ξέρω πια τί ξόρκια να τους ρίξω. Γιατί και αυτά από την άβυσσό τους τα’κλεψα. Από κείνη τη μικρή γωνίτσα τους τη ξεχασμένη. Εκείνη τη μικρή γωνίτσα που τόσο ειρωνικά, τόσο λαμπερά και αγνά τους επέτρεψε να υπάρξουν.

Και μαζί με τα ξόρκια στέρεψαν και οι όμορφες λέξεις, καίγεται η γλώσσα να πάρει το σπαθί ν’αρχίσει να θερίζει. Να αφήσει συντρίμμια. Πάντα πρέπουν συντρίμμια. Αυτά είναι πάντα το γαμημένο το παραμύθι..

Άθενς εγκεν και τί θα ήταν το Αθενς από μόνο του ασυνόδευτο από μια γερή δόση ιντερνετικής σαπίλας (and the masturbation goes cloud one thing).  Ξεψαχνίζοντας λοιπόν το αδερφό βλόγιο του φίλτατου Cubilone σκόνταψα στη σελίδα με τίτλο «Who is Cubilone«,  ξέρετε εκείνη τη σελίδα που έχει κάθε βλόγιο (και το δικό μου φυσικά) που ο oh so awsome συγγραφέας λέει για το πόσο oh so awsome είναι περιγράφοντας το His Highness Oh So Awsomeness του.

Λέει λοιπόν σε κάποια φάσσσση-φασσσσιανός-φασσσσολάδα ο φίλτατος Cubi για την προαναφερθείσα oh so awsome παρτη του:

» Ένα χαρακτηριστικό μου λοιπόν είναι ότι ναι, μου αρέσει να είμαι απρόβλεπτος. Για να κάνω εντύπωση μεν για να σπάω τις τιτάνιες αλυσίδες του αυτόματου πιλότου μας δε. Είναι όπως τα koan στο Ζεν: οι δάσκαλοι κάνουν μια ερώτηση στο ίδιο μήκος κύματος με το «ποιο ήταν το πρόσωπο σου πριν γεννηθούν οι γονείς σου;» ή «τι ήχο κάνει ένα χέρι που χτυπάει παλαμάκια;» Αυτές οι ερωτήσεις σπάνε με τέτοιο θόρυβο τα στενά πλαίσια της λογικής σκέψης, που ο ερωτηθέντας μένει εμβρόντητος με την ίδια του την ανικανότητα να απαντήσει αλλά και με την συνειδητοποίηση ότι οι συνηθισμένοι τρόποι προσέγγυσης είναι άχρηστοι.»

Η συνέχεια ήταν προδιαγεγραμμένως καταδικασμένη από τη στιγμή που το τριχωτό χέρι του φιλτάτου γράφοντος πάτησε το πλήκτρο με το «;» και το «:» , έπειτα Caps Lock και τέλος «Ε» ένα χρόνο πριν….

Μέσα στο καταπράσινο δάσος, στην όχθη μιας μικρής λίμνης κάθονται ο Δάσκαλος και ο Πολεμιστής..
-Ποιο ήταν το πρόσωπο σου πριν γεννηθούν οι γονείς σου; ρωτάει ο Δάσκαλος το Πολεμιστή σπάζοντας τη σιωπή του δάσους.
-Ακολούθησε τα βήματα του εγγονού μου και θα μάθεις, απαντάει ο Πολεμιστής*
Ο Δάσκαλος σωπαίνει, όμως η στάση του λωτού του φανρώνει μια καινοφανή ένταση.
-Τι ήχο κάνει ένα χέρι που χτυπάει παλαμάκια? ρωτάει ξάφνου ο Δάσκαλος ξανά τον Πολεμιστή, και τα μάτια του λάμπουν με τη λάμψη της σοφίας
Τότε ο Πολεμιστής παίρνει μια χούφτα νερό της λίμνη και με μια απότομη κίνηση τη πετάει ψηλά..
-Ρώτα τις σταγόνες, αποκρίνεται ο Πολεμιστής, τη στιγμή που θα ξαναενώνονται με τη λίμνη…

Για μια στιγμή τα μάτια του Δασκάλου πήραν μια αδιευκρίνιστη έκφραση, οι ρυτίδες του προσώπου του σκίασαν πιο βαθές από ποτέ σαν αρχαίος κορμός που έχει ζήσει το Κόσμο απο τις απαρχές του. Ο Δάσκαλος άπλωσε το ροζιασμένο χέρι του και πήρε απαλά μια χούφτα νερό από τη λίμνη και με μια απότομη κίνηση τη πέταξε στα μούτρα του Πολεμιστή.
 – Ρώτα τις εσύ!!! Εξυπνάκια!! είπε ο Δάσκαλος και έκσασε στα γέλια.
 Και ο Πολεμιστής τότε σηκώθηκε και έφυγε, κόκκινος από ντροπή και στάζοντας, το κακαριστό γέλιο του Δασκάλου να αντηχεί στα αυτιά του…

*ο Πολεμιστής ήταν ακόμα single

Υ.Γ. Όσοι ανώνυμοι φάκελοι αποσταλούν στη γράφουσα μετά από αυτό το κείμενο, θα πολτοποιούνται, θα γίνονται μελομακάρονα και θα αποστέλονται με τη βοήθεια ειδικών πρακτόρων πίσω στον ανυποψίαστο, ανώνυμο αποστολέα. YOU’VE BEEN WARNED.

Μια μπουκιά για τη Μοίρα..

Όταν θες κάτι πάρα πολύ, ολόκληρο το Σύμπαν σε γράφει στ’αρχίδια του. Όταν δεν θες κάτι να γίνει, πάλι ολόκληρο το Σύμπαν σε γράφει στ’αρχίδια του. Γενικότερα το Συμπαν σε γράφει στ’αρχίδια του. Και λογικό. Αν ήσουν το Συμπαν, βλαστάρι του Μπιγκ και της Μπανγκ, κάτοχος δισεκατομμυρίων γαλαξιών και ότι αυτοί περιέχουν, σοβαρά τώρα, θα καθόσουν να ασχοληθείς με τον κάθε Μήτσο, Κίτσο, Κούλα, Τούλα? Πολύ μεγάλος καραγκιόζης ο Κοέλο..

Υ.Γ. Ο Μέρφι βλέπεις όμως από την άλλη, ήταν άνθρωπος ! Και πολύ του γουστάρει να ασχολείται με τους ομοίους του και ας βρίσκεται σιξ φιτ αντερ!… το παλιοκαθίκι…

Μια μπουκιά για τις Σχέσεις.. 

«I intend to be independently blue, just bare in mind, whatever you can do, I can do it better cause my name is Bond, James Bond and frankly my dear I don’t give a damn, unless you join the Dark Side and Exit Light. Tataa!»

-Tάδε έφη κινηματογραφικός μεγαλοαστέρας παύλα σόουμαν στην άπιστη σύντροφό του..

.

 ..και μια μπουκιά για τις Αξίες..

  Τελικά η αξιοπρέπεια είναι ένα αξίωμα που το δημιουργησαν αυτοί που ενώ έχεσαν τη φωλιά τους, δεν γουστάρουν να τους φέρουν κάποια στιγμή ενώπιον των κριμάτων τους.. οι υπόλοιποι λοιπόν, πεφτουνε στη παγίδα τους και το παίζουνε ανώτεροι κρατώντας αυτή την αξιοπρέπεια.. αντί να τους σπάσουνε το κεφάλι όπως θα τους άξιζε, πράμα πολύ αιματηρό και διόλου σικ.  Διότι, η αξιοπρέπεια, αν δεν έχει αποδέκτη που θα την εκτιμήσει δεν είναι παρά κωλόχαρτο. Άιντε!

Ανθρωπάκια.

Έχω βαρεθεί τα ανθρωπάκια που κλαίγονται παντού, φερόμενοι ως οι πιο δυστυχισμένοι και προβληματισμένοι του κόσμου. Και έχω ΒΑΡΕΘΕΙ πραγματικά όταν αυτά τα ανθρωπάκια ακριβώς με πρόσχημα, δικαιολογία, *άλλοθι* τη δική τους αυτοεπιβεβλημένη μιζέρια, βγάζουν τον άκρατο εγωισμό τους πάνω σε άλλα άτομα. Και ενώ αφήνουν μια σειρά πληγωμένων ανθρώπων πίσω τους, το μόνο που συνεχίζει να τους νοιάζει είναι ο εαυτούλης τους. Και ναι, βέβαια έχουν τύψεις!  Ποιός χέστηκε! Καλά κάνουν! Φίλε, τη μαλακία θα τη κάνεις μία, άντε δύο φορές. Από κει και πέρα αν συνεχίζεις να φέρεσαι απαράδεκτα το κάνεις διότι δεν σε *νοιάζει* να φερθείς σωστά. Δεν σε ενδιαφέρει να μην πληγώσεις. Οπότε καλά κάνεις και είσαι δυστυχισμένος και μίζερος. Σου αξίζει και δεν σε λυπάμαι καθόλου, γιατί ποτέ δεν πήρες θέση.  Αν μπορούσες να παραδεχτείς ότι σκέφτεσαι μόνο τη πάρτη σου και δεν σε ενδιαφέρει κανένας άλλος θα σε εκτιμούσα περισσότερο.

Έχω βαρεθεί τα ανθρωπάκια τα οποία επειδή καταδίκασαν τα όνειρά τους και συμβιβάστηκαν με τη μετριότητά τους σε περιγελούν επειδή εσύ τολμάς να έχεις αυτά τα γαμημένα όνειρα.Έχω βαρεθεί να προσπαθούν να μου κόψουν τα φτερά επειδή οι ίδιοι δεν άνοιξαν τα δικά τους.  Τη συμβουλή τη δέχομαι. Τη πικρία τη δέχομαι και αυτή.  Αυτό που με αηδιάζει είναι η ειρωνεία, είναι αυτό το ‘ναι, καλά σιγά μην τα καταφέρεις εσύ, ξέρεις πόσοι άλλοι είναι σαν και σένα’, είναι το «καλά είσαι 25 και κάνεις ακόμα όνειρα?». Να πάτε να γαμηθείτε. Ποτέ δεν σας άξιζαν τα όνειρα. Και καλά κάνετε που βρίσκεστε εκεί που είστε, γιατί ποτέ δεν πήρατε θέση. Αν μπορούσατε να παραδεχτείτε ότι τα κομπλεξ και τα αποθημένα σας σας κάνουν να χύνετε χολή θα σας εκτιμούσα περισσότερο.

Έχω βαρεθεί τους καθηγητές.  Αυτούς που σκέφτονται μόνο το όνομα και το στάτους τους. Αυτούς που αντιμέτωπίζουν το αντικείμενό τους σαν δόγμα. Που δεν δέχονται τον αντίλογο- αναρωτιέμαι μήπως επειδή δεν έχουν επιχειρήματα? Αυτούς που με ανάγκασαν να γίνω ο δάσκαλος του εαυτού μου στερόντας μου παράλληλα οποιαδήποτε αυτοπεποίθηση, φορτώνοντας με με ένα σωρό αμφιβολίες για τη κρίση μου. Επειδή οι ίδιοι δεν μπορούσαν να κρίνουν. Επειδή κανένας από αυτούς δεν μπορούσε να διανοηθεί να εξισώνεται ή να προσπερνάται από έναν μαθητή του. Ακόμα και αν έλεγε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν η μεγαλύτερη χαρά που θα μπορούσε να έχει ως καθηγητής. Υποκριτές! Αηδιάζω με τη πάρτη σας επειδή ποτέ δεν ήσασταν Δάσκαλοι. Επιεδή ποτέ δεν πήρατε θέση. Αν παραδεχόσασταν ότι τρέμετε κάθετί έξω από τωρινή σας γνώση, αν παραδεχόσασταν ότι όντως το μόνο που σας νοιάζει είναι η καταξίωση στο κύκλο σας, η τυφλή λατρεία των μαθητων σας και όχι το να μεταδώσετε ΠΑΙΔΕΙΑ γαμώ το κερατό μου- ΠΑΙΔΕΙΑ U KNOW? τότε θα σας εκτιμούσα περισσότερο.

Έχω βαρεθεί τα ανθρωπάκια που σκεφτονται μονάχα το κώλο τους ΤΟΛΜΟΝΤΑΣ να τη λένε σε άτομα τα οποία θυσιάζουν το προσωπικό τους συμφέρον για χάρη του συλλογικού. Παραπονεθείτε επειδή χάσατε την εξεταστικούλα σας λόγω κάποιων βαρεμένων, χασομέρηδων, μεθύστακων, αργόσχολων που κάνανε κατάληψη. Και έπειτα βαυκαλιστείτε λιγάκι ότι δεν είστε πρόβατα και ότι μπορείτε να σκέφτεστε και να κρίνετε.  Σας λυπάμαι απέραντα. Διότι παίρνετε θέση νομίζοντας ότι μπορείτε..

Οι φοιτητές είναι σαν τα μωρά. Είναι δύσκολο καμιά φορά να τους σκεφτείς σαν ολοκληρωμένους ανθρώπους, σαν αυριανούς πολίτες και συνάδελφους, σαν μελλοντικούς γονείς. Όλοι τους φαίνονται συμπαθητικοί και αγνοί μέσα από την ανεμελιά των 20κάτι τους χρόνων. Όταν όμως ένας από αυτούς σε δίνει στεγνά στις «ανώτερες» αρχές για κάτι μικρό και ασήμαντο το οποίο θα μπορούσε να λυθεί άνετα και μόνιμα μεταξύ σας, τότε καταλαβαινεις με ποιό τρόπο θα φερθεί αυτό το ανθρωπάκι αύριο, μέσα στα πλαίσια της «κανονικής» κοινωνίας από τη στιγμή που έδρασε έτσι μέσα στο πλαίσιο του μικρού πανεπιστημιακού περιβάλλοντος.  Όντως δεν θα ξανακαπνίσω μέσα στην αίθουσά σου πνευστέ, μη σε πιάσει κάνα άσθμα την ώρα που παίζεις το όργανό σου( η σκόνη αιώνων της μοκέτας ουδέποτε σε πείραξε πάντως), και αυτό μόνο και μόνο από επαγγελματική αλληλεγγύη ( αλληλεγγύη σημαίνει αλληλοϋποστήριξη σου διευκρινίζω διότι μάλλον δεν έχεις ιδέα τί σημάινει). Αλλιώς θα ξανακάπνιζα, και ας έκανες και προσφυγή στο πρυτανικό συμβούλιο, χέστηκα. Διότι κάτι σπιούνους σαν και σένα, που η θέση τους είναι ξεκάθαρη και εντελώς απαράδεκτη, τους γράφω στα αρχίδια μου.