Βαρέθηκα τη βροχή και την υγρασία
θέλω λίγο ήλιο και ένα φλεγόμενο ηλιοβασίλεμα
με δροσιά μόνο μια τεκίλα με μπουρμπουλήθρες-τεκίλα μαγική!
Βαρέθηκα τα ξινά τους κρασιά
και τα μουχιλιασμένα υπόγεια
με τα κολλώδη χαμόγελα σα μπαγιάτικο σιρόπι
ξινό κι’αυτό, μισοπεθαμένο, σκοροφαγωμένο- ναι, γίνεται κι’αυτο!
Και ποιός είσαι συ που γράφεις λέξεις εκεί μέσα
από καμένη καραμέλα, σκληρή, κρουσταλιασμένη
Θα σου φανερωθώ λες εσύ
και γω για να γράψω το ξόρκι από κάτω ανεστραμένα
πρέπει να πατήσω ξανά κεί μέσα, τρελός είσαι -πήδηξες από το μέλλον στο παρόν για να γράψεις τούτες τις λέξεις?
Βρέθηκα τα πιάνα χωρίς ψυχή
και τους ανθρώπους που παλέυουν μια ζωή να χάσουν τη δική τους-χα!
Θέλω να παίξω πίνακες, να περπατήσω σε κήπους κάτω από τη βροχή
να κολυμπήσω σε βυθισμένους καθεδρικούς
να τριγυρίσω βράδυ στη Γρανάδα
Και μετά να πάω να πιω γλυκό κρασί -για μια φορά!
Στο μπαράκι που σερβίρει τεκίλα με μπουρμπουλήθρες
που οι γυναίκες χαιρετάνε με αγκαλία
και λένε αντίο με φιλία
και οι αντρες πίνουν γλυκό κρασί με το θάνατο
και κερνάνε το φόβο τεκίλα με μπουρμπουλήθρες
Αυτά θέλω, να μη τα βλέπω μόνο μέσα στο κεφάλι μου
αλλά μπροστά στα μάτια μου ζωντανά και να τα βλέπουν και οι άλλοι!
Και κάπου δω το όνειρο τελειώνει
πνιγμένο μέσα σε ξινό λευκό κρασί με σπράιτ
αυτό που θα’ρθει και που πήδηξε από το μέλλον στο παρόν
για να γράψω ξεμέθυστη αυτά που θα έγραφα μεθυσμένη
γιατί όταν μεθάω δεν μπορώ να γράψω
απλά ονειρεύομαι
Τεκίλα με μπουρμουλίθρες… και στον φόβο, και στον θάνατο και σε οποιον ήθελε θα κέρναγα αν ήμουν κι εγώ εκεί.