Το χερούλι του καφέ έγινε σωσίβιο, το’να χέρι πάγωσε εκεί, όσην ώρα τ’αλλο πάγωνε μισό τσιγάρο. Ο χρόνος ανάμεσα στις τζούρες δευτερόλεπτα κι ας ήτανε αιώνες. Στο τέλος παγώσανε όλα, καφές, τσιγάρο, βλέμμα και χρόνος. Και τα γράμματα, λέξεις, προτάσεις χάσανε το νόημα τους και γίναν σαν ομίχλη όλα ένα, απλά να ουρλιάζουν σιωπηρά σαν οθόνη με χιόνια. Και τα μέσα μου να βράζουνε.
Ποιό καλούπι τολμάει να με περιτριγυρνάει? Ποια μυαρή ψευδαίσθηση μου απλώνει τα σαπισμένα της μπράτσα στολισμένα με πλαστικά λουλούδια? Και γω γιατί δεν βρυχάμαι όπως μπορώ, γιατί βγάζω ψυθύρους εκεί που πριν έβγαζα κομμάτια γυαλί και σκουριασμένα σίδερα και νύχια από στοιχειά? Γιατί δεν δίνω μια να σπάσω τον καθρέφτη με τα ψέμματα, να διαλυθούν τα προσωπεία και να γίνουν επιτέλους πρόσωπα.
Ξέχασα τις Πανδώρες, γιατί ήλπιζα πως αν τους γύρναγα τη πλάτη εκείνες θα χανόντουσαν. Όμως απλά τις βόλεψα. Και αυτές πλήθυναν όπως πληθαίνουν τα ζιζάνια όταν τ’αφήνεις στην ησυχία τους. Έστησαν χορό και με χλευάζουν και γω δεν ξέρω πια τί ξόρκια να τους ρίξω. Γιατί και αυτά από την άβυσσό τους τα’κλεψα. Από κείνη τη μικρή γωνίτσα τους τη ξεχασμένη. Εκείνη τη μικρή γωνίτσα που τόσο ειρωνικά, τόσο λαμπερά και αγνά τους επέτρεψε να υπάρξουν.
Και μαζί με τα ξόρκια στέρεψαν και οι όμορφες λέξεις, καίγεται η γλώσσα να πάρει το σπαθί ν’αρχίσει να θερίζει. Να αφήσει συντρίμμια. Πάντα πρέπουν συντρίμμια. Αυτά είναι πάντα το γαμημένο το παραμύθι..