Πέμπτη 1η Σεπτεμβρίου, ώρα 10 το πρωί, Μέγαρο Μουσικής. Έχω μόλις βγει από το Μετρό και κατευθύνομαι προς το ιατρείο του πολυαγαπημένου μου οδοντογιατρού. Πολυαγαπημένου μιας και είναι ο πρώτος οδοντογιατρός ο οποίος μπορεί να έχει τρεις τροχούς ένα κομπρεσερ και δυο εκσαφείς μέσα στο στόμα μου και γω να είμαι χαλαρή λες και μου κάνουν μασαζ σε υπερπολυτελές σπα στο Ντουμπάι. Ακριβως απέναντί μου βλέπω την εξής εξαιρετική σκηνή. Ένας μετανάστης, γύρω στα 25, κάθεται στο πεζοδρόμιο, με μια ταμπελίτσα “πεινάω” δίπλα του, κρατώντας στα χέρια του δυο κόρες ψωμιού και όντας κυριολεκτικά καλυμμένος με περιστέρια! Τα περιστέρια βρίσκονται παντού, πάνω στα χέρια του, στους ώμους του, στο κεφάλι του, γύρω τριγύρω του και ο ίδιος μοιάζει λες και έχει ξεχάσει το κόσμο που περνάει τρέχοντας από μπορστά του, και γελάει με τα πουλιά που τον έχουν καλύψει και παλεύουν για το πιο θα φάει το ψωμί. Για όσους έχουν δει το ‘Μαίρη Πόπινς”, ο τυπάς αυτός μου θύμισε τη γιαγιούλα κάτω από τον άγιο Παύλο που πούλαγε ψίχουλα για τα περιστέρια. Μέσα στο Μετρό ήταν τόσοι άνθρωποι οι οποίοι αν μη τί άλλο δεν νομίζω να είχαν σοβαρές αμφιβολίες για το αν θα έχουν να φάνε το μεσημέρι, και όμως ούτε ένας δεν χαμογέλαγε τόσο αληθινά όπως αυτός ο τυπάς εκεί έξω με τα περιστέρια πάνω του. Μπορεί κάποιος να με πει φαντασιόπληκτη και ότι εξειδανίκευσα εκείνη τη σκηνή τραβώντας τη από τα μαλλιά. Ναι μπορεί. Μπορεί να φταίει και ότι το ‘Μαίρη Πόπινς” ήταν στο τοπ 3 των αγαπημένων μου ταινιών όταν ήμουν πιτσιρίκι. Παρόλαυτά, αυτό που ακολούθησε ήταν πέρα για πέρα αληθινό. Επιρεασμένη λοιπόν από το “παραμύθι” που έφτιαξα εκείνη την ώρα στο μυαλό μου, αποφάσισα να δώσω στον τυπά ένα ευρώ, για έχει να ταίσει τον εαυτό του και τα περιστέρια του και την επόμενη μέρα. Τη στιγμή λοιπόν που άφηνα το κερμα στο ποτηράκι του, γυρνάει αυτός και μου σκάει ένα χαμόγελο, μα ένα χαμόγελο το οποίο φυσικά ανταπέδωσα εντελώς αυθόρμητα με την ίδα εγκαρδιότητα. Λοιπόν αν στο κοσμο υπάρχει μαγεία, ε εκείνη ήταν μια μαγική στιγμή. Ένοιωσα Ανθρωπος γαμώτο. Και ένοιωσα και ότι ο αλλος ήταν Ανθρωπος. Και ότι απλά είμασταν δυο ανθρωποι που δεν μας χώριζε τίποτα. Ούτε όνομα, ούτε φύλο, χρώμα, πατρίδα, οικονομική κατάσταση, ούτε παρελθόν ούτε μέλλον ούτε τίποτα τίποτα τίποτα! Ένοιωσα ότι είμασταν το ίδιο πράμα ακριβώς, απογυμνωμένοι από όλες, μα όλες τις συμβάσεις που έχουμε φορτωθεί στις πλάτες μας εδώ και χιλιάδες χρόνια. Και να πάρει, ήταν γαμημένα υπέροχο! Και όλ’αυτά με ένα αληθινό χαμόγελο.
Είναι τραγικό το ότι θεώρησα το συγκεκριμένο περιστατικό τόσο μοναδικό και απίστευτο, ώστε να κάτσω να γράψω για αυτό. Δεν ξέρουμε να χαμογελάμε έτσι.. προσωπικά οι φορές που έγινα δέκτης ενός τέτοιου χαμόγελου είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, και όλες μα όλες έμοιαζαν λες και με χτύπησε κεραυνός. Και αναρωτιέμαι, αν είμασταν ικανοί να χαμογελάγαμε περισσότερο έτσι, ο κόσμος θα ήταν ίδιος?
Πολύ ωραίο ποστίο. Άραγε η ικανότητα μας να χαμογελάμε έτσι είναι κάπου κρυμμένη βαθιά μέσα σε όλους μας, ή κάποιοι μας την έχουν χάσει για πάντα; Αν όχι, τι θα μπορούσε να μας την βγάλει όπως την έβγαλε σ’εκείνον;
Με συγκίνησες..
Και συμφωνώ απόλυτα, μ’ένα απλό -μα αληθινό- χαμόγελο μπορεί κανείς ν’αλλάξει τη μέρα του άλλου..