Ροζ Μαρμελάδα
Πρώτες μέρες τ’Αυγούστου και οι λέξεις που θα μπορούσαν να χαρακτηρίζουν την εν λόγω περίοδο της ζωούλας μου θα ήταν κάλλιστα “συνειδητό κάψιμο(λιώσιμο, σάπισμα, διαλέχτε και πάρτε). Αλόουν αντ νάις ατ Κόρφου, χωρίς ψυχή για κουβέντα, χωρίς πιάνο, σχεδόν χωρίς λόγω ύπαρξης, νοίθω λίγο σα γιόγκι με ανέσεις. Το σκέψιμο πέφτει σύννεφο και από πράξεις.. μια μόνιμη (άνετη) στάση του λωτού με καθημερινές μίνι εξάρσεις περπατήματος μέχρι τελική πτώσεως. Είναι σαν να παθαίνει κάτι ο εγκέφαλος όταν έχει πολύ ελέυθερο χρόνο στη διάθεσή του να ξεδιπλώσει ότι του κατεβάζει η φαιά του ουσία, λες και υπερδραστηριοποιέιται και αρχίζει τρέχει σε ασυνήθιστα μονοπάτια ξαφνιάζοντας συνέχεια τον κάτοχό του. Βρε λες να βάζουν τίποτα στη μαγιονέζα λάιτ? Το combo ολοκληρώνεται αν στην εξίσωση της ζωούλας της υποφαινόμενης βάλουμε άλλα δυο τρία άτομα, τα οποία περνούν επίσης το καλοκαίρι τους σε απρόσβατες και απομονωμένες γωνιές του πλανήτη παρομοίως με τη Κέρκυρα, για παράδειγμα την Εύβοια και τη Κόνιτσα, και τα οποία εγκεφαλικά μιλώντας, βρίσκονται ακριβώς στην ίδα κατάσταση υπερδιέγερσης. Και εγένετω παρανοικές συζητήσεις.
Οι παρανοικές συζητήσεις δεν είναι γενικότερα κάτι κακό. Αν έχεις πιεί και λίγο(ή λίγο περισσότερο), βράδυ, σε παρεούλα η φάση είναι καλή. Όταν όμως οι εν λόγω παρανοικές συζητήσεις διεκπεραιώνονται μέσω ηλεκτρονικών μέσων, ΜΕΡΑ, και με νηφάλιους συνομιλητές, τότε τείνουν να λαμβάνονται υπόψιν πολύ σοβαρά, με δυσάρεστες συνέπεις για τους νευρώνες των συνομιλιτών. Διότι, μέσα στο μεθύσι σου θα πεις, ε ντάξει μωρε, φταίει το ποτό που με οδήγησε σε τέτοια παράδοξα νοητικά μονοπάτια. Όταν όμως πουλάκι μου δεν έχεις πιει σταγόνα, πάπαλα οι δικαιολογίες! Και άντε μετά να κοιταχτείς στο καθρέφτη κλασμένος όντας, πως θα δεις τη φάτσα σου να λιώνει σαν ρολόι του Νταλί και τον εγκέφαλό σου να αποδομείται παρομοίως με τη συζήτηση εξερχόμενος των ακουστικών πόρων σαν ροζ μαρμελάδα. Φρίκη.
Τρίχες στα πλήκτρα
Η μελέτη στη κλαβινόβα μοιάζει λιγάκι με τα μακαρόνια απ’το Λιντλ. Χαίρεσαι και γουστάρεις που βρήκες τα μακαρόνια σε τέτοια εξεφτελιστική τιμή, σου τρέχουν σχεδόν τα σάλια στη θέα της σε σύγκριση με το τερατώδες μέγεθος της σακούλας (μετάφραση:Yay!!! Έχω πιάνο σπίτι μου μπορώ να μελετάω όσο θέλω ότι ώρα θέλω, σπίτι μου με τη καφεδάρα μου δίπλα, τον υπολογιστή μου παραδίπλα, το ερκοντίσιον μου πάραπαραδίπλα – πωω είμαι βασίλισσα!!!), και όταν στη πρώτη κατσαρόλα νοιώσεις ότι τρώς πεπιεσμένο χαρτί σε σχήμα φιόγκου, ξενερώνεις τόσο τη ζωή σου που πετάς τη κατσαρόλα μαζί με τα μακαρόνια και όλη την υπόλοιπη σακούλα και τρως ότι έχει απομείνει από τις προχθεσινές μπριζόλες (μετάφραση: θα μελετήσεις μια, δυο στη κλαβινόβα και τελικά θα καταλήξεις να βλέπεις βιντεάκια στο γιουτιουμπ με πιανίστες που παίζουν σε Steinway). Άμα δεν έχεις την ουράρα (λολ) να πατάς μια νότα και να τρίζουν τα θεμέλια από κάτω σου.. δε λέει. Επομένως, προς το παρόν αρκούμαι στα βιντεάκια, και στο να καίγομαι παράλληλα σε εντελώς άσχετα μεταξύ τους είδη μουσικής, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου πως πρόκειται περί συνειδητής επίλογής(διότι είναι καλό να ακούμε μουσική και να αποκτάμε ακούσματα) και όχι αποτέλεσμα βαρεμάρας και αηδίας του πεπιεσμένου χάρτινου τουσέ της κλαβινόβας..
Η μεθυσμένη γάτα του Σρέντιγκερ
Σκάω μύτη σε ένα μπαρ προχτές να πιω ένα ποτό να ξεπεράσω τη ψυχική οδύνη του ξεβρομίσματος του σπιτιού μου(η σκουληκαντέρα πίσω από το καναπέ ήταν η κίνηση ματ), να χαθώ και λίγο μέσα σε πιο πεζές σκέψεις και προβληματισμούς σαν καλός emo καλλιτέχνης, κομπλέ με μαλλί κουρτίνα και ντύσιμο μεγάλης παρασκευής. Έρχεται το πρώτο ποτό και.. όπως ήρθε έφυγε. Προσωπικό ρεκόρ για μένα που η διάρκεια ενός ποτού μου ισούται με 2 εως 2μισή όπερες Βάγκνερ (αν και δω που τα λέμε, αν με βάζανε να ακούσω 2-2μιση όπερες Βάγκνερ θα χρειαζόμουν 2 -2μιση κούτες καθαρό οινόπνευμα, όπως άλλωστε και κάθε λογικός άνθρωπος με τα σωστά του). Έχω απομείνει να κοιτάζω τον άδειο πάτο του ποτηριού μου αναρωτόμενη τί να κάνω (λες και ο πάτος θα μου έλεγε την απάντηση), ήταν και σχεδόν ώρα κλεισίματος οπότε ήμουν σε δίλημμα. Εκεί που έχω αποφασίσει να μην πάρω δεύτερο, έρχεται η κοπελιά από μέσα από τη μπάρα και με κοιτάζει με ένα βλέμμα…”κουράγιο-σε καταλαβαίνω-πω μωρέ εσύ δεν είσαι καλά-παπαπα φιλενάδα να σε κλαίνε η ρέγγες είσαι- καημένη τί να κάνω να σε παρηγορήσω”, και μου λέει “να σου βάλω άλλο ένα?”. Ένοιωσα γυμνή! Ναι, οκ το ξέρω ότι γενικότερα έχω τόση ικανότητα να κρύβω τα συναισθήματά μου όση ικανότητα έχει ένας μικρός ελέφαντας να κρυφτεί πίσω από ένα σχετικά φουντωτό πουρνάρι, αλλά έλεος! Όχι και έτσι!. Τέλος πάντων, δέχτηκα το κερασμα όχι ακριβώς με χαρά, αλλά ίσως με την αίσθηση ότι υπήρχε ανθρωπιά σε αυτή τη μπάρα, κάτι περισσότερο από ένα απλό επιχειρηματικό τρικ. Όλος ο κοσμος λοιπόν έξω, και γω μέσα να πίνω το ποτό της παρηγοριάς και του οίκτου μόνη στη μια άκρη της μπάρας, αναλογιζόμενη ακόμα τί εικόνα να έδειχνα για να είχα προκαλέσει τη συμπόνια της ποτοπαρασκευάστριας. Και έτσι όπως κοίταζα την άλλη αδειανή άκρη της μπάρας μου σκάει η σκηνή από το Μπάρφλαι, και λέω με το νου μου, πού είναι ένας Μπουκόφσκι όταν τον χρειάζομαι, να με δει να πει ότι είμαι σαν παρηκμασμένη θεά? Και μετά να τρέχουμε να κόβουμε παράνομα άγουρα καλαμπόκια? Διότι έτσι ήμουν. Αλλά δεν ήταν κανένας εκεί να το παρατηρήσει. Οπότε.. ήμουν στ’αλήθεια? Διότι ως γνωστόν από τη κβαντοφυσική, ένα φαινόμεναο αρχίζει να υπάρχει από τη στιγμή που θα παρατηρηθεί.. και κάπως έτσι ξεφυτρώνουν τα αρχικά μορφώματα των παρανοικών συζητήσεων.. Ροζ μαρμελάδα γιοκ.